Κυριακή 25 Αυγούστου 2019

Ποιος φοβάται τον νέο Ποινικό Κώδικα



Τα πρώτα γενναία βήματα που έγιναν με τις αλλεπάλληλες νομοπαρασκευαστικές επιτροπές της αφρόκρεμας του νομικού κόσμου, τα οποία επιτέλους πρόσφατα τελεσφόρησαν, σήμερακινδυνεύουν.



 Η λογική «ας τιμωρηθούν όσο το δυνατόν βαρύτερα ακόμα και μικρότερης έντασης αδικήματα και να μείνουν για όλη τους τη ζωή μέσα οι κακούργοι, ώστε να μην ενοχλήσουν ποτέ ξανά όλους εμάς τους φιλήσυχους πολίτες» κρύβεται πίσω από την αυστηροποίηση άρθρων, αφήνοντας στο περιθώριο τον σωφρονισμό και την επανένταξη.
«Ολοταχώς προς τα πίσω» φαίνεται να είναι το βασικό σύνθημα που εκπέμπουν όσοι δικαστικοί λειτουργοί συγκροτούν τα διοικητικά συμβούλια των δικαστικών και εισαγγελικών ενώσεων.
Μετά τις αντιδράσεις που διατυπώθηκαν σχετικά ετεροχρονισμένα από την Ενωση Εισαγγελέων, το Δ.Σ. της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕΔΕ) προχώρησε ακόμα και σε άτυπες ψηφοφορίες για το ποια άρθρα των νέων Ποινικών Κωδίκων πρέπει να αλλάξουν προς το αυστηρότερο, εν όψει και του συνεδρίου που θα πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο.
Μεγάλη μερίδα των δικαστικών λειτουργών αποδεικνύει δυστυχώς για άλλη μία φορά ότι η ποινή της πολυετούς φυλάκισης και κάθειρξης, όπως και η μετατροπή του μεγαλύτερου μέρους των αδικημάτων σε κακουργήματα παραμένουν βασικά εργαλεία για την τιμωρία του εγκλήματος. Ας τιμωρηθούν όσο το δυνατόν βαρύτερα ακόμα και μικρότερης έντασης αδικήματα, ας μείνουν για όλη τους τη ζωή μέσα οι κακούργοι κι ας μην ενοχλήσουν ποτέ ξανά όλους εμάς τους φιλήσυχους πολίτες.
Ανεξήγητο παραμένει το πώς οι άριστοι της σημερινής κυβέρνησης δεν έχουν διαβάσει όλες τις ελληνικές και διεθνείς μελέτες που ομονοούν στο ότι η επανένταξη και ο περιορισμός του αριθμού των υποτροπών καθόλου δεν σχετίζονται με τις πολυετείς καθείρξεις, δηλαδή την υπέρμετρη αυστηρότητα των ποινών. Από την άλλη μεριά, προετοιμάζονται αλλαγές που μπορεί να φέρουν ξανά από το παράθυρο παραγραφές υπουργικών ευθυνών, τουλάχιστον μέχρι να αλλάξει ο νόμος.
Τα πρώτα γενναία βήματα που έγιναν με τις αλλεπάλληλες νομοπαρασκευαστικές επιτροπές της αφρόκρεμας του νομικού κόσμου, τα οποία επιτέλους πρόσφατα τελεσφόρησαν, σήμερα κινδυνεύουν.
Οι αλλαγές του απαρχαιωμένου Ποινικού Κώδικα φαίνεται να θεωρούνται εκ προοιμίου και πριν ακόμα δοκιμαστούν αντίθετες στο διαχρονικά ακραία συντηρητικό και κατασταλτικό μοντέλο δικαιοσύνης που υιοθετήθηκε με την πάροδο δεκαετιών, μη εξαιρουμένων και των χρόνων της χούντας.
Πολλοί δικαστές και εισαγγελείς μοιραία από τότε ακολούθησαν τα αυταρχικά μοντέλα σκληρής τιμωρίας που καμία σχέση δεν είχαν φυσικά με τον σωφρονισμό και πολύ περισσότερο με το ζητούμενο της επανένταξης.
«Παραθυράκια»
Πάντα, βέβαια, ακόμα και στον χώρο των ανθρωποκτονιών υπήρχαν τα επιεικέστερα παραθυράκια. Αξίζει να θυμηθεί κανείς τα περίφημα εγκλήματα τιμής που αμέσως διαφοροποιούσαν τους μισογύνηδες δολοφόνους με «ελαφρυντικά», ενώ ακόμα και στις μέρες μας μια τέτοια ματιά κατανόησης δεν λείπει από τις δικαστικές αίθουσες. Δεκάδες φορές, για παράδειγμα, ένστολοι -λόγω και της οπλοφορίας- δολοφόνησαν συζύγους, κόρες, συντρόφους, με αφορμή τη θιγμένη τους τιμή, και πολύ γρήγορα αποφυλακίστηκαν.
Εκατοντάδες φορές επίσης, καταχραστές και ληστές του Δημοσίου με ποσά πολύ πάνω από 120.000 ευρώ βγήκαν έξω σχεδόν αμέσως, άσχετα από το αν ο παλιός Ποινικός Κώδικας θεωρούσε τις πράξεις αυτές κακουργήματα. Ας μη γελιέται λοιπόν κανείς!
Ο νέος Π.Κ. σε μεγάλο βαθμό εξορθολογίζει τις ποινές και -σε μικρότερο βαθμό- σπάει το δόγμα: οι πιο φτωχοί, οι αλλοδαποί και οι ανήμποροι να σαπίζουν στη φυλακή, ενώ όσοι έχουν χρήμα, επιφάνεια και επώνυμους συνηγόρους γρήγορα να επανεντάσσονται στην κοινωνία με τα ελαφρυντικά τους και κυρίως τον πρότερο έντιμο βίο! Τις εναλλακτικές ποινές και την κοινωφελή εργασία αντί της κάθειρξης δεν τις άντεξαν όχι μόνο η σημερινή κυβέρνηση αλλά, όπως προκύπτει, ούτε το δικαστικό σώμα, παρά τη σθεναρή υπεράσπιση του θετικού μέτρου από μεγάλη μερίδα του νομικού κόσμου και των δικηγορικών συλλόγων.
Η κυβέρνηση, μέσω του αποδυναμωμένου πλέον υπουργείου Δικαιοσύνης, με τις κατάλληλες προσθαφαιρέσεις («Εφ.Συν.» 22/8/2019) στη νομοπαρασκευαστική επιτροπή, ετοιμάζεται να προωθήσει τις αλλαγές που είδαν το φως της δημοσιότητας στα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ και έγιναν αντικείμενο άτυπων ψηφοφοριών στην Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι παρόμοιες αντιδράσεις δεν είχαν λάβει χώρα στην πολύμηνης διάρκειας ανάρτηση των Ποινικών Κωδίκων στην ανοιχτή διαβούλευση, επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Ολα οξύνθηκαν… ξαφνικά λίγο πριν από τις εκλογές από τη Ν.Δ., τα φιλονεοδημοκρατικά ΜΜΕ αλλά και από τον χώρο της Δικαιοσύνης. Αλλωστε, εκτός από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, ο νομικός κόσμος και πολλά στελέχη της αντιπολίτευσης, με βασικό πρωταγωνιστή τον Ευάγγ. Βενιζέλο, ζητούσαν επιτακτικά την άμεση ψήφιση των νέων κωδίκων.
Η νέα, «πειραγμένη» νομοπαρασκευαστική επιτροπή των ειδικών -που τόσο λοιδορήθηκε προεκλογικά ως ενεργούμενο του ΣΥΡΙΖΑ- έχει πλέον τον σεβασμό της κυβέρνησης και καλείται να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά. Τέλος, με πρόσχημα το κατά γενική ομολογία δίκαιο αίτημα για αυστηρή τιμωρία της δωροδοκίας, φαίνεται ότι καραδοκούν κυβερνητικές απόψεις για αλλαγές που μπορεί να οδηγήσουν σε παραγραφή μεγάλες υποθέσεις δημόσιου συμφέροντος. Είναι πλέον δεδομένο ότι οι αλλαγές που προτείνονται μεταβάλλουν όχι μόνο κάποιες αστοχίες, αλλά ολόκληρο το πνεύμα του σύγχρονου και προσαρμοσμένου στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο Π.Κ.
Ποια άρθρα βρίσκονται στο μικροσκόπιο
Ισόβια
Προφανώς το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει πολλαπλάσιους ισοβίτες σε σχέση με τις άλλες χώρες δεν προβληματίζει εκείνους που ζητούν την επαναφορά των ισοβίων σε κάθε περίπτωση ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως. Σύμφωνα με τις διαρροές, στην εσωτερική ψηφοφορία στο Δ.Σ. της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (της οποίας ο αντιπρόεδρος Π. Λυμπερόπουλος μετέχει πλέον και στη νομοπαρασκευαστική επιτροπή με απόφαση της κυβέρνησης) κατά πλειοψηφία εκτιμούν ότι δεν είναι σωστή η πρόβλεψη για δυνατότητα του δικαστηρίου να επιβάλει ποινή 10-15 χρόνια κάθειρξη στην ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και μάλιστα ανεξάρτητα από τα ελαφρυντικά.
Οσοι βιάζονται τώρα να συμφωνήσουν με τη συγκεκριμένη επαναφορά οφείλουν να θυμηθούν πόσο επιλεκτικά ευεργετικά για στυγνούς δολοφόνους λειτουργούσαν μέχρι σήμερα τα διάφορα ελαφρυντικά όπως αυτό του προτέρου εντίμου βίου ή οι κατά περίπτωση δικαστικές κρίσεις (περί βρασμού ψυχής, περί κινήτρων όπως η προάσπιση της περιουσίας, περιπτώσεις αυτοδικίας συχνά μάλιστα αμφιλεγόμενης κ.λπ.) που συχνά κατέληγαν και καταλήγουν σε συντομότατες αποφυλακίσεις δολοφόνων, συζυγοκτόνων, μη… ψύχραιμων αστυνομικών, οπλοφορούντων κατοίκων απομακρυσμένων περιοχών, φανατισμένων φιλάθλων κ.λπ.
Ποιος λοιπόν είναι ο λόγος μιας τόσο υποκριτικής -ας μας επιτραπεί- εμμονής σε κάτι που το προβλέπει συνολικά και ξεκάθαρα ο νόμος και θα το αποφασίζει κατά την κρίση του το κάθε δικαστήριο; Ποιος άραγε, πλην φυσικά των δίκαια αγανακτισμένων συγγενών του κάθε θύματος, επιμένει σε μια τόσο εκδικητική και άνιση τελικά μεταχείριση, που κάθε άλλο παρά αποσκοπεί στην αληθινή μεταστροφή του καταδικασμένου και στην έπειτα από πολλά χρόνια επανένταξή του στην κοινωνία;
Ποιος επιμένει, τέλος, να αγνοεί ακόμα στον 21ο αιώνα ότι η σχεδόν διά βίου κράτηση ούτε σωφρονίζει τον κρατούμενο ούτε, πολύ περισσότερο, διασφαλίζει την κοινωνία από το έγκλημα;
Με ισχνή πλειοψηφία (8-7), πάντα σύμφωνα με τις διαρροές, το Δ.Σ. της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων ζητά να επανέλθει το πλαίσιο της ποινής πρόσκαιρης κάθειρξης στα 5-20 χρόνια και όχι στα 5-15 (του νέου Π.Κ.). Και στο ζήτημα αυτό πολλοί δικαστές επιμένουν στην αντίληψη να μοιράζονται σαν στραγάλια τα χρόνια αναγκαστικού εγκλεισμού.
Κοινωφελής εργασία αντί της φυλάκισης
Την αναστολή όλων των διατάξεων που προβλέπουν ως κύρια ποινή την προσφορά κοινωφελούς εργασίας (άρθρα 50, 55 κ.λπ. του Π.Κ.) για απροσδιόριστο χρόνο (και πάντως μέχρι να διαμορφωθούν οι κατάλληλες συνθήκες) επέλεξαν κατά πλειοψηφία οι δικαστές, παρά τις ηχηρές αντιδράσεις των δικηγορικών συλλόγων και μεγάλης μερίδας ειδικών που γνωρίζουν πόσο θετικό είναι το συγκεκριμένο μέτρο για όλο τον πολιτισμένο κόσμο.
Αυτό δε μαζί με την άποψη για μετατροπή της ποινής κοινωφελούς εργασίας σε χρηματική αυτομάτως εγκαθιστούν και πάλι τα αυστηρά ταξικά κριτήρια ανάμεσα σε καταδικασμένους για παρόμοια αδικήματα. Ο έχων αποφυλακίζεται, ο μη έχων παραμένει πίσω από τα σίδερα.
Ελαφρυντικές περιστάσεις
Ενώ σαφώς ο νέος Π.Κ. ορίζει πλέον ποιες είναι αντικειμενικά οι ελαφρυντικές περιστάσεις έτσι ώστε να αποφεύγεται όσο το δυνατόν μια αυθαίρετη δικαστική κρίση και κυρίως να γνωρίζουν όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί ποια ακριβώς είναι τα περιθώρια εφαρμογής των ελαφρυντικών, τώρα διατυπώνεται η άποψη να επανέλθει η διατύπωση: «...Το δικαστήριο κρίνει…».
Ενδεχομένως όμως εδώ να υπάρχει η ανάγκη, όπως εκφράστηκε στο Δ.Σ. της ΕΔΕ, να διευκρινιστεί περισσότερο το περιεχόμενο των άρθρων για τα ελαφρυντικά και να καθιερωθεί δυνητική αναγνώρισή του από το δικαστήριο. Τέλος, σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο άρθρο, λόγω και της μεγάλης καθυστέρησης στην απόδοση δικαιοσύνης, πολλά από τα μέλη του Δ.Σ. επιμένουν να καταργηθεί ως ελαφρυντική περίσταση η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου, ενώ συμφωνούν στο να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής η μη εύλογη διάρκεια της δίκης.
Επιμένουν, τέλος, χωρίς την απαραίτητη δόση επιείκειας κάποιοι δικαστές στη μείωση του ορίου ελαφρυντικού της μετεφηβικής ηλικίας.
Εμπεριστατωμένη αιτιολογία
Για λόγους που εκείνοι γνωρίζουν, τα μέλη του Δ.Σ. ζητούν να καταργηθεί η συγκεκριμένη υποχρέωση για ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην τελική επιμέτρηση της ποινής.
Υφ’ όρον απόλυση
Πολύς λόγος έγινε από τη Ν.Δ. για την ανάγκη να αφαιρεθεί και μάλιστα από συγκεκριμένους κρατουμένους κι όχι συνολικά, π.χ., για τους βαριά καταδικασμένους η δυνατότητα της αποφυλάκισης με όρους.
Με την επιθυμία αυτή φαίνεται ότι συντάσσονται τα μέλη της διοίκησης των δικαστών και εισαγγελέων και επιλέγουν την άποψη να αυξηθούν τα όρια (3/5 στα πλημμελήματα και 4/5 στα κακουργήματα) με ταυτόχρονο περιορισμό του ευεργετικού υπολογισμού ημερών εργασίας σε ποσοστό μικρότερο του 100% που προβλέπεται με τον νέο Π.Κ. Επιπλέον, ζητούν την κατάργηση του κατ’ οίκον περιορισμού ως τρόπου έκτισης της ποινής για τους νεότερους των 70 ετών.
Μολότοφ
Φυσικά το ενδιαφέρον της κυβέρνησης και η διασπορά των fake news ότι η χρήση μολότοφ δεν αποτελεί κακούργημα έδωσαν και στους δικαστές το έναυσμα για να εκφραστούν υπέρ της επαναφοράς του παλιού Π.Κ. στα ζητήματα αυτά. Η αλήθεια όμως είναι ότι στον νέο Π.Κ. η κατοχή και μόνο δεν αποτελεί κακούργημα, ενώ η ρίψη μολότοφ και τότε και τώρα συνεχίζει να τιμωρείται ως τέτοιο. Ας μπουν στον κόπο όσοι φωνάζουν να θυμηθούν την περίπτωση που και δικαστικά αποδείχτηκε ότι πριν από χρόνια στο σακίδιο ενός νεαρού διαδηλωτή κάποιοι έκρυψαν, σκόπιμα ή μη, δύο μολότοφ και το παιδί προφυλακίστηκε, κατηγορήθηκε σε βαθμό κακουργήματος, μέχρι να αποδειχθεί περίτρανα -χάρη σε φωτογραφίες από το επεισόδιο- ότι ήταν εντελώς αθώος.
Δεν είναι επίσης καθόλου λίγες οι φορές που σε σημεία που ενοχοποιούσαν συγκεκριμένα πρόσωπα βρέθηκαν μολότοφ που καταχωρίστηκαν στην κατοχή διαδηλωτών ή αναρχικών που ενοχλούσαν. Η ρίψη μολότοφ, για όποιον κάνει ότι δεν καταλαβαίνει, ήταν και παραμένει κακούργημα.
Συμπερασματικά θα μπορούσε να πει κανείς ότι η συντηρητική τάση είναι να αλλάξει δραστικά προς το αυστηρότερο και το ακόμα πιο τιμωρητικό το πλαίσιο του νέου Ποινικού Κώδικα.
Ομως αυτό, πέρα από την κοινή γνώμη, τα ΜΜΕ και τις επιθυμίες της κυβέρνησης, θα το αποφασίσει πλέον η νομοπαρασκευαστική επιτροπή με τη νέα της σύνθεση. Μέχρι τότε και από 1ης Ιουλίου όλοι οι δικαζόμενοι ή οι καταδικασμένοι υπάγονται σύμφωνα με το Σύνταγμα στις ευεργετικότερες διατάξεις του νέου Π.Κ.
Κακούργημα κλοπές/ληστείες πάνω από 120.000 ευρώ


Πολύς λόγος έγινε και μεγάλη διασπορά πανικού στους πολίτες μέσω των ΜΜΕ με το νέο άρθρο του Π.Κ. που προβλέπει ότι προϋπόθεση για την άσκηση δίωξης για κακούργημα είναι το να υπερβαίνει το ποσό των κλοπιμαίων σε αξία τα 120.000 ευρώ. Πριν από την αναθεώρηση ο νόμος έλεγε ότι αποτελεί κακούργημα εάν η κλοπή τελέστηκε από έναν ή περισσότερους δράστες, εάν η κλοπή γινόταν από κάποιον κατά συνήθεια και, τέλος, εάν αν η συνολική αξία των αντικειμένων της κλοπής υπερέβαινε το ποσό των 120.000 ευρώ.
Ο νέος, αναθεωρημένος Κώδικας καταργεί τις πρώτες δύο διατάξεις και θέτει ως μόνη προϋπόθεση για την άσκηση κακουργηματικής δίωξης να υπερβαίνει η αξία των κλοπιμαίων τα 120.000 ευρώ. Η κατάργηση αυτού του άρθρου θα σημάνει την επαναφορά του ανορθολογισμού στις ποινές, δεδομένου ότι όταν, για παράδειγμα, δύο άνθρωποι κλέψουν λίγα ευρώ ή κάποια τρόφιμα από το σουπερμάρκετ θα κατηγορούνται για κακούργημα, όπως δηλαδή και εκείνοι που κλέβουν δεκάδες εκατομμύρια από το Δημόσιο ή από μια τράπεζα κ.λπ.
Η σκόπιμη διασπορά της «είδησης» ότι χιλιάδες κλέφτες θα αφήνονται ελεύθεροι προφανώς δεν ισχύει, αφού θα τιμωρούνται αλλά με λογικότερες ποινές. Είναι δε απορίας άξιο το πώς έπεισε η φοβική αυτή προπαγάνδα έγκριτους δικαστές για την ορθότητα επαναφοράς μιας τόσο άνισης ποινικής μεταχείρισης.
Κακούργημα ζητούν επίσης να ξαναγίνει η «κατ’ επάγγελμα και συνήθεια τέλεση των αδικημάτων κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας», με ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Ισως οριακά να θεωρηθεί πλέον κακούργημα και η αναγραφή συνθημάτων σε έναν τοίχο σπιτιού!
Μια άποψη υπεράνω πάσης... υποψίας
Η επίκουρη καθηγήτρια Εγκληματολογίας και Σωφρονιστικής της Νομικής Σχολής Τώνια Τζαννετάκη (κόρη του εκλιπόντος Τζαννή Τζαννετάκη, επιφανούς στελέχους της Ν.Δ. και πρώην πρωθυπουργού) ήταν μέλος της προηγούμενης (προ κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ) Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής για την κατάρτιση του νέου Ποινικού Κώδικα και εισηγήτρια στα ζητήματα αναγκαιότητας συνολικής μείωσης των ποινών και αποφυγής πρακτικών ανορθόδοξων μειώσεων που εφαρμόζονταν εξαιτίας ένος κυκεώνα διατάξεων που τα επέτρεπαν.
Η ίδια κλήθηκε και στη διάρκεια επεξεργασίας του νέου Ποινικού Κώδικα να εκθέσει τις σκέψεις της. Ετσι, δημοσίευσε ένα εκτενές άρθρο στην ηλεκτρονική έκδοση των «Ποινικών Χρονικών» τον Ιούνιο, με τίτλο: «Το Σωφρονιστικό Σύστημα και το νέο Σύστημα Ποινών του Π.Κ.: η προσπάθεια για την επίτευξη μιας υγιούς σχέσης». Παρακάμπτοντας αγκυλώσεις και προκαταλήψεις, οι πάσης φύσεως υπέρμαχοι των πολυετών ποινών και οι ακραία αντιδρώντες στον νέο Π.Κ. θα είχαν πολλά να ωφεληθούν διαβάζοντας ολόκληρο το συγκεκριμένο άρθρο. Τα πραγματικά συγκριτικά στοιχεία μεταξύ Ελλάδας και άλλων χωρών της Ε.Ε., που παραθέτει η αρθρογράφος, επιβεβαιώνουν τη δραματική απόκλιση της χώρας μας από τα σύγχρονα και αποτελεσματικά συστήματα ποινών (Σ.Π.).
● Σύμφωνα με στοιχεία του Συμβουλίου της Ευρώπης για το 2015, το 77,3% των φυλακίσεων στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερο των 5 ετών, όταν η διάμεσος (median) των ποινών αυτών μεταξύ του συνόλου των χωρών του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι 33,4%.
● Στην Ελλάδα το 47,8% των ποινών είναι μεταξύ 10 και 20 ετών σε σύγκριση με το 11,8% της διαμέσου των ανωτέρω χωρών, ενώ οι ποινές ισόβιας κάθειρξης αποτελούν στην Ελλάδα το 13,1% έναντι του 1,7% της διαμέσου των χωρών του Συμβουλίου της Ευρώπης.
● Οι στερητικές της ελευθερίας ποινές έως 5 ετών αποτελούν κατ’ αντιστοιχία στην Ελλάδα το 8,3% μόνον των εκτιόμενων ποινών σε σύγκριση με το 68,5% της διαμέσου των χωρών του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Η Τ. Τζαννετάκη αναφέρεται στις αιτίες που τα τελευταία 30 χρόνια συνέβαλαν καθοριστικά στη δραστική αύξηση της διάρκειας ποινών με τη διατήρηση του αυστηρού πλαισίου (του 1950), «παρά τις αντίθετες εισηγήσεις, από τη δεκαετία του 2000, των διαδοχικών επιτροπών αναθεώρησης του Π.Κ.».
Αναλύει στη συνέχεια το πώς μπορεί μεν ένα αυστηρό γενικό πλαίσιο ποινών να μην οδηγεί αναγκαστικά και στην επιβολή ιδιαίτερα μεγάλων ποινών, όμως «επιτρέπει την επιβολή μεγάλων ποινών σε περιόδους που τα δικαστήρια τείνουν να εξαντλούν τη βαρύτητα των ειδικών πλαισίων ποινής για τα επί μέρους εγκλήματα».
Αυτό το αποδίδει η ίδια -μεταξύ άλλων- και στη συχνή πρακτική των δικαστηρίων να μεγιστοποιούν το ύψος των ποινών που επιβάλλουν «ως αντιστάθμισμα σε μη νομιμοποιημένες στα μάτια τους έμμεσες μειώσεις τους, στις οποίες προβαίνει ο νομοθέτης διά των μηχανισμών αποτροπής της έκτισής τους και μείωσης της διάρκειάς τους».
Για την κυρία Τζαννετάκη η επίτευξη θετικών στόχων από το νέο Σ.Π. προϋπέθετε μεταξύ άλλων την ανάγκη απομάκρυνσης του νομοθέτη από τη στενή διαχειριστική λογική που διέπει το προηγούμενο και τον «προσανατολισμό του σε μια αντίληψη “μετριοπάθειας στην τιμώρηση”, έννοια που αντιπαραβάλλεται στην “τιμωρητικότητα” ή στην καθ’ υπερβολήν τιμώρηση μάλλον παρά ταυτίζεται με εκείνην της επιείκειας. Την επιλογή αυτή υπαγορεύουν σοβαροί πολιτικοφιλοσοφικοί λόγοι και υποστηρίζουν επιπλέον τα σύγχρονα διεθνή εμπειρικά και επιστημονικά δεδομένα. Τα τελευταία πιστοποιούν αφενός την περιορισμένη προληπτική αποτελεσματικότητα της ποινής και αφετέρου τις εξαιρετικά βλαπτικές σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο συνέπειες της καθ’ υπερβολήν χρήσης της. Η υιοθέτηση της αρχής της μετριοπάθειας στην τιμώρηση υπαγορεύει επομένως την προσπάθεια αλλαγής της υπάρχουσας σε μια κοινωνία σύμβασης αναφορικά με τη δέουσα εν γένει βαρύτητα των ποινών στον βαθμό που αυτή ρέπει προς την υπερβολή».
Η Τ. Τζαννετάκη καταλήγει: «Ο νομοθέτης ανέλαβε το δύσκολο έργο να υπερβεί ένα εντελώς απαρχαιωμένο στη σύλληψή του, διαλυμένο από τις συνεχείς επεμβάσεις και βαθιά ριζωμένο στη δικαστηριακή πρακτική σύστημα. Το έβγαλε εις πέρας στη βάση ενός μετριοπαθούς και ελαστικού ανταποδοτισμού και κινούμενος σχεδόν πάντα με προσοχή εντός της παράδοσης και με κύριο γνώμονα τον τρόπο λειτουργίας των δικαστηρίων [...] Η κριτική που του ασκήθηκε είναι σε μεγάλο βαθμό άδικη. Κατηγορήθηκε ότι δημιουργεί ατιμωρησία, υπερεπιείκεια ή ότι είναι στην πράξη ανεφάρμοστο. Οι αδυναμίες του στην πραγματικότητα συναρτώνται μάλλον με το ότι ο νομοθέτης δεν προχώρησε αρκετά, έτσι ώστε οι αναπόφευκτες μελλοντικές αλλαγές να μην το οδηγήσουν σε πισωγύρισμα. Ωστόσο, δεν πρέπει να υποτιμά κανείς ότι το νέο Σ.Π. είναι το τελικό προϊόν πνευματικής εργασίας του μεγαλύτερου μέρους των αρμόδιων καθηγητών πανεπιστημίου των τριών νομικών σχολών της χώρας, καθώς και αρκετών άξιων δικαστών και εισαγγελέων και διακεκριμένων δικηγόρων. Το γεγονός αυτό θα έπρεπε να βάλει φρένο στις ακραίες τουλάχιστον αντιδράσεις προς αυτό».




Άντα Ψαρρά
efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου